21 Ιουνίου 2024

“Μια κερκυραϊκή ιστορία για μικρούς και μεγάλους”, γράφει η Μαρία Πετρίτση.

Δευτέρα

Μαγειρεύω ρεβύθια με σπανάκι. Το σπανάκι έχω βρει σε ένα μανάβικο απέναντι από την Πυροσβεστική τη μέρα που πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα να υποβάλλουμε ένσταση για μια κλήση που πήρε η Λη για παράνομη στάση στα Μουράγια. Κρατούσε ένα κυπελάκι με καφέ και καθόταν στα βράχια με τον Μαντού και τον Αργύρη. Ο αστυνομικός το θεώρησε καταχρηστικό να κάθονται και να λιάζονται στα βράχια τα αδελφάκια, ενώ το νόμιμο ήταν να κινούνται αδιαλλείπτως στην πόλη. Ο σκύλος Αργύρης έχει αλλάξει τη ζωή μας. Σε όλη την καραντίνα μας βγάζει βόλτα και επιβεβαιώνει την ατίθαση, οργισμένη κερκυραϊκή καταγωγή του γαυγίζοντας σε όλα τα σκυλιά που συναντά, σαν να συνθέτει παρανοϊκές και σκανδαλώδεις καντάδες χωρίς συγκεκριμένο θέμα και σκοπό. Το φαγητό προκύπτει αξιοσημείωτο. Η τύχη της ένστασης αγνοείται ακόμα.

Τρίτη

Τρώμε σοκολάτες με χαρουπάλευρο, μήλα και στραγάλια. Έξω, κάποιος αλλάζει χώμα στις γλάστρες του και μαλώνει με τη γυναίκα του που δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Η νεαρή γειτόνισσα από το απέναντι παράθυρο ακούει μουσική από το πρωί ως το βράδυ. Δεν είναι ενοχλητική. Τουναντίον, δίνει στο καντούνι μια δική του ζωή, που πάει κόντρα στο σκυφτό ρεύμα των ημερών. Μου αρέσει πολύ. Με γλυκαίνει. Η κοπέλα τραγουδάει με αξιοσημείωτα θαρραλέα και μελωδική φωνή όλα τα παλιά σουξέ του Καλατζή και της Αλεξίου. Όταν το αναφέρω κάπου, κάποιος σχολιάζει πως κανείς δεν τραγουδάει καλύτερα από την Αλεξίου. Απαντώ «Α, μα δεν έχετε ακούσει τη γειτόνισσά μου!». Και το θέμα λήγει εκεί.

Τετάρτη

Χαζεύω στο ΦΒ, βλέπω ταινίες, βάζω πλυντήρια στους 60, πλένω διαρκώς το τραπέζι με Άζαξ  και κάνω επανάληψη στα γραπτά του Αρανίτση. Διαβάζω αποσπασματικά, λίγο απ’ όλα του τα βιβλία. Κάθε φράση με τινάζει σαν ηλεκτρική εκκένωση. Με συνεφέρει από τη νάρκωση της κλεισούρας και της άνοιας. Σκέφτομαι πως ο καλύτερος συγγραφέας της Ελλάδας δεν θα μπορούσε να ανήκει σε άλλη φυλή παρά μόνο στην κερκυραϊκή. Όπως και ο καλύτερος κυβερνήτης, ο καλύτερος συνθέτης, ο καλύτερος ποιητής, ο καλύτερος γαλακτοπώλης. Εξάλλου κάθε χώρα έχει έναν εθνικό ύμνο, έναν πρώτο κυβερνήτη, έναν Περικλή Αλέξη, έναν και μοναδικό Ευγένιο Αρανίτση στο ενεργητικό της. Όταν τελειώνω την ανάγνωση τακτοποιώ ανά χρώμα τα σεντόνια στο ράφι της ντουλάπας του χωλ, αλλάζω άσκοπα θέση στα χειμωνιάτικα πουλόβερ και κρεμάω τα κολιέ μου το ένα δίπλα στο άλλο στο καλάμι-κρεμάστρα μου. Μετά τα κοιτάζω και χαίρομαι μόνη μου με μια παιδική κι ανούσια ευδαιμονία.

Πέμπτη

Έχω βήχα και δέκατα. Σκέφτομαι πως αυτό ήταν, ήρθε η ώρα μου. Ραντίζω συνεχώς τα χέρια μου με οινόπνευμα. Φοβάμαι. Κάνω φανταστικά σενάρια καταστροφής. Τα παιδιά και ο Σ με βάζουν σε καραντίνα στο δωμάτιό μου. Τους ακούω να ψιθυρίζουν στο διάδρομο. Μου φέρνουν τσάγια, βιταμίνες, μεταλλικά νερά, καραμέλες και σούπες. Τους λείπει λίγο αλάτι ή έτσι νομίζω τουλάχιστον. Σκέφτομαι πως πρέπει να ξανασταθώ σύντομα στα πόδια μου, αν μην τι άλλο για να συνεχίσουμε να τρώμε νόστιμα και για να προλάβω να δω μαζί του τα παιδιά μας σε μελλοντικές εποχές. Αισθάνομαι κάπως μελοδραματικά αλλά προσπαθώ να το κρύβω. Κλαίω λίγο και κάνω σαν να μην έκλαψα ποτέ. Με καταλαβαίνουν όλοι, φυσικά, όμως κάνουν τα στραβά μάτια. Ο κίνδυνος δεν είναι δύσκολο πράγμα. Σε βρίσκει ευάλωτο και σε χτυπάει. Σε ταπεινώνει επειδή είναι αφοπλιστικός και ισχυρότερος από σένα. Συνέρχομαι σύντομα, ο πανικός ξεχνιέται σαν κακό όνειρο. Δειλά δειλά ξαναρχίζουμε να ζούμε τη γλυκιά καραντίνα της οδού Προσαλένδου λες και τα δέκατα δεν ήρθαν ποτέ.

Παρασκευή

Στο σπίτι δεν έχουμε τηλεόραση. Δεν έχω δει ποτέ τον Τσιόδρα στις ειδήσεις. Δεν ξέρω πώς είναι η φωνή του. Ούτε τον απαίσιο Χαρδαλιά έχω ακούσει ποτέ. Διαβάζω γι΄αυτούς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μου αρκεί. Μαθαίνω από κει τα νέα της χώρας και του κόσμου. Οι φράσεις «ανοσία αγέλης», «περιοριστικά μέτρα», «ατομική ευθύνη» και άλλα σχετικά στήνουν τον καμβά της καθημερινότητάς μου. Έξω οι άνθρωποι κυκλοφορούν επιφυλακτικά. Τα Μουράγια είναι υπέροχα και σχεδόν άδεια, στο Πεντοφάναρο βλέπω μόνο κορίτσια κι αγόρια με σκυλιά, στο Λιστόν όπου οι τουρίστες ονειρεύονται να περπατήσουν έστω για μια μέρα της ζωής τους εγώ κάνω βόλτα μία ώρα ημερησίως. Την επιτρεπόμενη ώρα της δραστηριότητας Νούμερο 6, δηλαδή. Η Κέρκυρα έχει πέσει σε λήθαργο, ήσυχη και αξιοπρεπής όπως δεν την είδε ποτέ κανείς, κι ούτε πρόκειται έτσι να την ξαναδεί κάποιος στο εγγύς μέλλον. Η Κέρκυρα με παρηγορεί. Η Κέρκυρα παραμένει το ιδιωτικό μου Θαύμα.

Σάββατο

Τον Ιανουάριο ήμασταν στις Βρυξέλλες. Διαβάζω πως το Βέλγιο είναι πια ανάμεσα στις πρώτες χώρες σε κρούσματα και θανάτους λόγω κορονοϊού. Στεναχωριέμαι επειδή εκεί είναι το δεύτερο σπίτι μου, η άλλη ζωή μου. Οι Βέλγοι είναι συμπαθητικός λαός. Αθώος, φοβισμένος και υπάκουος. Έχουν μάθει να ζουν στο αστυνομοκρατούμενο κράτος τους χωρίς να φέρνουν συχνά σθεναρές αντιρρήσεις. Τους συμπαθώ και τους λυπάμαι κάπως. Νιώθω τρυφερά. Δεν θέλω να καταστραφούν. Το συζητάμε με τον Σ, στεναχωριόμαστε μαζί, και μετά η συζήτηση ξεφεύγει. Πάει στα παιδικά μας χρόνια. Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ο Ντεπίνο. Ένα παλιό σκουπόξυλο-άλογο που είχε για κεφάλι ένα μεγάλο κοκκάλινο ροζ κουμπί και μαζί του θα δραπέτευα και θα γυρνούσα τον κόσμο στην τρυφερή ηλικία των επτά ετών. Κάπως σαν μάγισσα. Το δικό του ήταν ο Μπρούνο. Ένα λούτρινο ζωάκι που στεκόταν στα δυο του πόδια, περισσότερο σαν άνθρωπος και λιγότερο σαν σκύλος. Όταν κοιμόταν, λέει, τον έπαιρνε αγκαλιά. Κανείς απ΄ τους δυο μας δεν ξέρει τι απέγινε το παιδικό του παιχνίδι. Πίνουμε ρούμι και ακούμε Archive. Η νύχτα είναι επιεικής και γεμάτη ήχους πουλιών.

Κυριακή

Σκέφτομαι συνεχώς τη μάνα μου. Όμορφη, ευάλωτη πλέον, και περίτεχνη σαν πολύτιμη δαντέλα εποχής. Το πρώτο που θα κάνω όταν λήξει η καραντίνα θα είναι ένα ταξίδι στο Λουτράκι. Θα αγκαλιάσω τα μωρά της αδελφής μου και θα φιλήσω εκατόν τρεις απανωτές φορές τη μάνα μου. Αυτό το αιώνιο κοριτσάκι με τα ροζ νυχτικά και τις τριανταφυλλιές των χιλίων χρωμάτων στον ωραιότερο κήπο του κόσμου. Θα φιλήσω τα χέρια της και θα της πω όλα τα λόγια αγάπης που στριμώχνω μέσα μου τόσο καιρό. Μετά θα επιστρέψω στη γη της επαγγελίας. Θα ξαναρχίσω να μαγειρεύω, να θαυμάζω τις λεπτομέρειες στη χώρα των θαυμάτων με τις πυγολαμπίδες, τις ξεφτισμένες ώχρες και τα φρούρια, να ψάχνω κάποιον να μου μεταφράσει ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου από τα ελληνικά στα κερκυραϊκά. Τον Ιούλιο μπορεί να συναντήσω τον Ευγένιο Αρανίτση, έτσι μου είπε κι έχω κάθε λόγο να τον πιστεύω. Θα ξαναβρεθώ σίγουρα με τους φίλους μου. Τη Νάνσυ, τον Μιχάλη, τον Κωστή, τη Χριστίνα και τον Θοδωρή. Θα πάμε για εκδρομή στο Βορρά και βόλτα στην πλατεία. Θα ξαναρχίσουμε να βλέπουμε θέατρο, περαστικούς και όνειρα. Θα διδάξω τη διαφορά μεταξύ Μύθου και Θρύλου στους φοιτητές μου. Θα χαιρετήσω τα παιδιά του Εναλλακτικού και θα χορέψουμε ντίσκο (Μιχάλη, δικό σου!) στο προαύλιο του σχολείου. Μετά μπορεί να πάρουμε και μια ΑΝΑΣΑ στον Ζήσιμο, ελεύθεροι και πιο σοφοί, με κάτι όμορφα παιδιά που με φωνάζουν «Κερκυραία» και μου λιγώνουν την ψυχή. Ακόμα κι αν δεν γίνουν αμέσως όλα αυτά, και μόνο η σκέψη τους με ανακουφίζει και μένει παρακαταθήκη γα το μέλλον στο μυαλό μου.

Στην Κέρκυρα όλα αυτά. Στην Κέρκυρα.

*Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. Ζει στην Κέρκυρα.

Βιβλιογραφία:

80 νύχτες αιώρησης (εκδ. Bibliotheque)

Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι (εκδ. Bibliotheque)

Μαγείρεψα, και άλλα ποιήματα (εκδ. Bibliotheque)

Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση (εκδ. Bibliotheque)

Ο βασιλιάς του τρακ (εκδ. Κέδρος)

Μιράντα (εκδ. Κέδρος)

Όλα λάθος (εκδ. Κέδρος) Λέμον (εκδ. Εμπειρία Εκδοτική

Επισκέψεις: 527

Δημοσιεύστε το αν σας αρέσει